στη Λίλλυ Σπαντιδάκη
Άνοιγμα του νέου έτους με έναν συγγραφέα που στα τέλη του 2009 συγκέντρωσε τα βλέμματα πάνω του. Το καινούριο του βιβλίο, ο Τελευταίος Κύκνος, έχει ακόμα πολλά να μας πει και ακόμα περισσότερα να μας θυμίσει. Πρώτο άρθρο λοιπόν, για το 2010 δεν είναι η κριτική ενός βιβλίου αλλά η κριτική άποψη ενός συγγραφέα που αν μη τι άλλο, ξέρει σωστά το ρόλο του, προβληματίζει και αφυπνίζει με την σκέψη του μέσα και έξω από τα βιβλία.
Τι περιμένετε από τη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία; Θεωρείτε ότι έχει βρει την ταυτότητά της;
Ίσως εάν ήμουν κριτικός, και διάβαζα πολύ περισσότερο ελληνική λογοτεχνία, θα μπορούσα να σας απαντήσω. Γιατί, ειλικρινά, δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι υπάρχει το ευρύ κομμάτι της παραλογοτεχνίας, το οποίο φαίνεται να συγκινεί αρκετά το ελληνικό κοινό, υπάρχει ένα μικρό κομμάτι καθιερωμένων έγκυρων πεζογράφων που έχει εξασφαλίσει την αποδοχή της κριτικής και υπάρχουν πολλοί νέοι συγγραφείς οι οποίοι γράφουν αξιόλογα βιβλία τα οποία όμως δεν καταφέρνουν να συγκινήσουν ούτε την κριτική ούτε το κοινό. Από αυτά δεν προκύπτει μάλλον κάποια ταυτότητα. Εκείνο, πάντως, που θα περίμενα εγώ από την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία είναι μεγαλύτερο ρίσκο στην θεματολογία της. Έχουμε φτάσει στο σημείο να διαβάζουμε τα ίδια και τα ίδια, με ορισμένες εύσχημες παραλλαγές, και συνήθως βαφτίζουμε «ανανεωτικά» τα έργα που είναι, ως επί το πλείστον, ακατανόητα. Δεν θα αναφέρω περιπτώσεις, αν και υπάρχουν πολλές. Αυτό που θα τονίσω, όμως, είναι ότι για μια σοβαρή λογοτεχνία χρειάζονται σοβαρές θεματικές υπερβάσεις και σοβαρή κριτική. Και νομίζω ότι μας λείπουν αμφότερα.
Πώς θα χαρακτηρίζατε τη νεοελληνική λογοτεχνία σε σχέση με τα παγκόσμια δρώμενα; Η παγκοσμιοποίηση χτυπά και την αγορά του βιβλίου;
Εννοείται ότι την χτυπά. Σήμερα η οπτική του συγγραφέα απέναντι στο θέμα τού τι είναι ο άνθρωπος, που ήταν ανέκαθεν το πρωταρχικό και κυρίαρχο ζήτημα της λογοτεχνίας, δεν μπορεί να μην είναι οικουμενική. Αλίμονο εάν περιχαρακώνουμε τα οράματά μας στο χτίσιμο μιας ιστορίας πίσω από την μίζερη οπτική κάποιων μεγαλόσχημων κριτικών που επιμένουν ότι οι Έλληνες πρέπει να γράφουν μόνο για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Δυστυχώς η νεοελληνική λογοτεχνία, πέραν ορισμένων εξαιρέσεων, αναλώνεται διαρκώς και διαρκώς σε μια αυτοέγκλειστη ηθογραφία η οποία ναι μεν μπορεί να συγκινεί, αλλά καθιστά τον ρόλο της εντελώς ανούσιο απέναντι στα κυρίαρχα ζητήματα της παγκόσμιας πραγματικότητας.
Σας απασχολεί ποιοι είναι οι αναγνώστες σας; Γράφετε για σας ή πάντα απευθύνεστε σε συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό; Σας ενδιαφέρει η επικοινωνία και η γνώμη των αναγνωστών;
Γράφω για μένα αλλά πάντα απευθυνόμενος σε κάποιους αποδέκτες. Που σημαίνει ότι γράφω κάτι το οποίο θεωρώ άξιο να δημοσιευτεί, δηλαδή να μην εμπίπτει στην κατηγορία της «ξεπέτας» ελέω αναγνωστών, το οποίο την ίδια στιγμή, όμως, οφείλει να αφορά και τους άλλους. Γιατί αλλιώς ποιος ο λόγος να δημοσιεύσεις κάτι; Από κει και πέρα, δε νομίζω ότι με ενδιέφερε ποτέ η προσωπική επικοινωνία με τους αναγνώστες, αν και θα ήθελα να ορίσω κάποια στιγμή το προφίλ του ιδανικού αναγνώστη μου. Ξέρω ότι δεν θα ήταν το πιο έξυπνο πράγμα στον κόσμο – καθώς ίσως να με έριχνε στην παγίδα να γράφω για ένα συγκεκριμένο είδος αναγνώστη – αλλά ποιος συγγραφέας δεν θα ήθελε να μάθει, από περιέργεια και μόνο, το προφίλ του ιδανικού αναγνώστη του;
Ποιό βιβλίο επηρέασε τη ζωή σας περισσότερο; Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε μέντορα σας; Ποιο λογοτεχνικό ήρωα «ζηλέψατε» και θα θέλατε να ήταν δικός σας;
Το βιβλίο που επηρέασε την ζωή μου περισσότερο ήταν «Ο Φύλακας στη Σίκαλη» του Τζ. Ντ. Σάλιτζερ. Από τους Έλληνες λατρεύω τον Καζαντζάκη, τον Πρεβελάκη, τον Τσίρκα, τον Ταχτσή, τον Λουντέμη, τον Καραγάτση. Αλλά εάν υπάρχει ένας συγγραφέας του οποίου τα βιβλία θα ήθελα να πάρω στον τάφο μου, αυτός δεν είναι παρά ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ. Έχω ζηλέψει τον Τσαρλς Κίνμποτ της «Χλωμής Φωτιάς», καθώς, φυσικά, και την Λολίτα. Άλλους λογοτεχνικούς ήρωες που έχω ζηλέψει; Τον Νέιθαν Ζούκερμαν του Φίλιπ Ροθ. Την Ραραού του Μάτεσι, από την «Μητέρα του Σκύλου». Και, βεβαίως, την Χόλι Γκολάιτλι του Τρούμαν Καπότε, από το «Πρόγευμα στου Τίφανις».
Συνήθως βλέπουμε υψηλές πωλήσεις σε μυθιστορήματα που μεταφέρονται στην τηλεόραση (π.χ. τα «Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά» του Κώστα Μουρσελά, κλπ.) και σε βιβλία που έχουν ήδη δοκιμαστεί στην ξένη αγορά (π.χ. ο «Κώδικας Da Vinci» του Dan Brown, κλπ.). Υπάρχει συνταγή εμπορικής επιτυχίας για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό;
Ενδιαφέρουσα ερώτηση στην οποία πολύ φοβάμαι ότι αντιστοιχεί αδιάφορη απάντηση: δε νομίζω ότι υπάρχει συνταγή επιτυχίας σε ό,τι αφορά την σοβαρή λογοτεχνία. Στην παραλογοτεχνία ίσως και να υπάρχει. Όταν, όμως, θέλεις να πιστεύεις ότι αυτό που μαγειρεύεις είναι κάτι που αξίζει τον κόπο να φαγωθεί και έπειτα από είκοσι ή πενήντα χρόνια, τότε τα μόνα υλικά που υπάρχουν στην κουζίνα σου, σε αντίθεση με συνταγές εμπορικής επιτυχίας, είναι ο έρωτάς σου για την γλώσσα και μια ιστορία που σέβεται τόσο εσένα όσο και τον αναγνώστη.
Τι θα συμβουλεύατε κάποιον που θέλει να γίνει συγγραφέας;
Να διακρίνεται από την αρετή της υπομονής και να έχει γερό στομάχι.
Το τελευταίο σας μυθιστόρημα «ο Τελευταίος Κύκνος» πραγματεύεται την γενιά του ’80. Θεωρείται ότι όντως αυτή η γενιά σήμερα ψάχνει την ταυτότητά της ή ότι το μεταβατικό στάδιο, στο οποίο βρέθηκε, αποτέλεσε τη καθοριστική φάση για την ταυτότητα της;
Μάλλον το δεύτερο. Οι έφηβοι της δεκαετίας του ογδόντα αγωνίζονταν να ισορροπήσουν ανάμεσα στα ασφυκτικά κοινωνικά στερεότυπα των προηγούμενων δεκαετιών και στην αίσθηση εκμοντερνισμού που απέπνεε η ποπ κουλτούρα της εποχής. Μοιραία βρίσκονταν με το ένα πόδι στο χθες [λόγω οικογένειας] και με το άλλο στο αύριο [λόγω ερεθισμάτων], χάνοντας ένα μέρος του σήμερα. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι ο ρόλος της γενιάς του ογδόντα ήταν τελικά ότι λειτούργησε ως γέφυρα ανάμεσα στην γενιά που έφερε την μεταπολίτευση και στην γενιά του μιλένιουμ. Έχω την εντύπωση ότι αυτή την μεταβατικότητα την κουβαλάμε ακόμα και σήμερα.
Αν παίρναμε ως δεδομένο ότι η ιστορία του «Τελευταίου Κύκνου» είναι αληθινή, πιστεύετε ότι μπορεί να δοθεί εξιλέωση μέσα από τη γραφή, λαμβάνοντας υπόψη την περίπτωση της Ιόλης;
Νομίζω πως ναι. Σε ό,τι αφορά την Ιόλη, όντως θα πρέπει να βγήκε λυτρωμένη από την εμπειρία του να ανασυνθέσει όλη την τραγικότητα της εφηβείας της μέσα από το κείμενο που τιτλοφορείται «Ο Τελευταίος Κύκνος». Σε ό,τι αφορά έναν οποιονδήποτε καθημερινό άνθρωπο, ναι, πιστεύω ότι στην γραφή μπορεί να βρει, αν όχι την πλήρη εξιλέωση για τα όποια τραύματά του, τουλάχιστον τον τρόπο να τα θεραπεύσει σιγά-σιγά μέσα από την ομφαλοσκόπηση και την ταξινόμηση. Γιατί το γράψιμο την έχει αυτή την ιδιότητα να θεραπεύει. Και αυτό είναι μια μορφή εξιλέωσης, δεν είναι;
Δημοσιεύτηκε στη εφημ. ΘΕΣΣΑΛΙΑ 3/02/2010
Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΚΥΚΝΟΣ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
Δείτε σχετική κριτική:
http://www.critique.gr/index.php?&page=article&id=530
Για τη φιλοξενία: