Γράφει η Λίλλυ Σπαντιδάκη
Ινδία - λίγο της μόδας τώρα τελευταία. Εν μέρει, εξαιτίας του ίδιου του συγγραφέα και της επιτυχίας που γνώρισε το πρώτο του βιβλίο “Q & A” . Λίγο το Bollywood, λίγο ο μυστηριώδης εξωτισμός που αποπνέει η χώρα, λίγο και η μαγεία της μοναδικότητάς της, την καθιστούν πόλο έλξης για αναγνώστες, ειδικά όταν στον νου πλανάται η μυστηριώδης ζούγκλα, οι πολύχρωμοι θεοί τους και ο ασύγκριτος πολιτισμός τους, αιώνων ιστορία.
Τα γεγονότα του, διαδραματίζονται στην σύγχρονη Ινδία, σ’ αυτήν που ο κόσμος κλείνει τα μάτια του και δεν θέλει να παραδεχτεί ότι υπάρχει: μία Ινδία γεμάτη βία, παρακμή, ακραία φτώχεια και ακραίος πλούτος, εγκληματικότητα και δόξα. Η υπόθεση είναι απλή: γίνεται ένας φόνος και βρίσκονται έξι ύποπτοι με όπλα στην κατοχή τους την ώρα του εγκλήματος: ένας κλέφτης, ένας πολιτικός, μια ηθοποιός, ένας αφρικανός, ένας Αμερικάνος και ένας γραφειοκράτης. Αυτός που αναλαμβάνει να λύσει το αίνιγμα είναι ένας διακεκριμένος δημοσιογράφος. Στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας σε πρώτο ή σε τρίτο πρόσωπο διηγείται την ιστορία του καθένα χωριστά από τους υπόπτους και φτάνει μέχρι και στο κίνητρο που είχαν για να σκοτώσουν τον Βίκυ Ράι (έτσι ονομάζεται το θύμα).
Η ανατροπή γίνεται στο εξής χαρακτηριστικό του βιβλίου: ο αναγνώστης, όσο προχωρά και εμβαθύνει στην προσωπική υπόθεση του κάθε ύποπτου, επιθυμεί να τον έχει σκοτώσει αυτός. Ο Βίκυ Ράι είναι ο γιος ενός πολιτικού, διεφθαρμένος μέχρι το μεδούλι και προκαλεί μίσος σ’ όποιον καταπιαστεί με το βιβλίο. Αντιπροσωπεύει ό,τι είναι παρηκμασμένο και σάπιο στην κάστα του και την κυβέρνησή και ταυτόχρονα αντιλαμβανόμαστε ότι ο συγγραφέας σκιαγραφεί έτσι, καταστάσεις που δεν είναι μοναδικές στην χώρα του.
Το Bollywood παίρνει σάρκα και οστά στο πρόσωπο της ηθοποιού-υπόπτου και κάνει ένα comeback από την δεκαετία του ’70 που όχι μόνο είναι ευχάριστό αλλά δίνει και μια δροσερή νότα στο βιβλίο- διαφοροποιώντας το από τα αντίστοιχα του είδους που μεσουρανεί στο Hollywood. Βέβαια, ο συγγραφέας δεν ωραιοποιεί ούτε εκεί καταστάσεις: παρουσιάζει τα πράγματα ακριβώς όπως είναι ? με απόλυτη χλιδή και βρώμικο χρήμα. Η καθημερινή, κοινή ζωή δίνεται κυρίως μέσα από τα μάτια του κλέφτη. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει διαλέξει άτομα από αντίθετες κάστες και τάξεις: στην Ινδία δεν υπάρχει κάτι ενδιάμεσο και αυτό θέλει να τονίσει. Η απόγνωση και η ανάγκη οδηγούν τους νέους να γίνονται εγκληματίες. Η πρόοδος κινείται με απελπιστικά αργά βήματα – όπως αποδεικνύεται και στο τέλος του βιβλίου με την εξέγερση του κόσμου για τα δικαιώματα του- και το αποτέλεσμα είναι να δημιουργούνται ακραίες καταστάσεις.
Καταστάσεις όπου ο Vikas Swarup αποτολμά να μας καταδείξει τους πολιτικούς. Όντας ο ίδιος διπλωμάτης, τολμά και μας επιδεικνύει μέσα από πλασματικά πρόσωπα, καταστάσεις οι οποίες δεν είναι διόλου απίθανο να είναι αληθινές και ο ίδιος να έχει βρεθεί παρών, μάρτυρας. Η απόλυτη ειρωνεία του έρχεται με τον εξευτελισμό του Γκάντι. Γελοιοποιεί την ηρωικότερη μορφή της χώρας του, όχι γιατί ο ίδιος δεν πιστεύει σε αυτή, αλλά για να τονίσει και να καταδείξει πώς το σύμβολο αυτό έχει καταπατηθεί τόσο, που θεωρείται πλέον μια γραφική φιγούρα. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω του γραφειοκράτη, καταδεικνύοντας έτσι την έλλειψη παιδείας και ηθικής στα κυβερνητικά πρόσωπα. Η αντίθεση είναι τόσο κραυγαλέα που προκαλεί πραγματικό γέλιο, αλλά σε δεύτερη φάση βάζει σε προβληματισμό τον αναγνώστη για το κατά πόσο, ακόμα και ο ίδιος είναι τόσο ηθικός όσο νομίζει. Τον κάνει να αισθάνεται τύψεις που γέλασε, που σκέφτηκε πόσο παρωχημένη μπορεί να είναι μια φιγούρα όπως ο Γκάντι και παρόλ’ αυτά τόσο διαχρονική, αληθινή και σωστή.
Στον Αμερικάνο, όμως βλέπουμε τον πραγματικό εξευτελισμό της σύγχρονης κατάστασης. Όσο και να μην θέλει να γυρίσει τα νοήματά του στην πολιτική τους διάσταση, ο συγγραφέας μας «φωνάζει» μέσα από το γραπτό του για την παρανοϊκή επανάπαυση των πολιτών ανά τον κόσμο στην αμερικάνικη πολιτική ισχύ. Και το κάνει απλά: μέσα από τον μέσο πολίτη της Χώρας του Δύοντος Ήλιου. Αυτόν δηλαδή, που δεν γνωρίζει γεωγραφία, λογοτεχνία, μαθηματικά, σύγχρονες εξελίξεις και κυριότερα, όχι μόνο παγκόσμια ιστορία αλλά ούτε καν του τόπου του. Του κάνει την χειρότερη δυσφήμιση: λέει πως ναι, εμείς οι Ινδοί είμαστε φτωχοί και διεφθαρμένοι, οι αμερικάνοι όμως είναι κάτι χειρότερο, και συνεπώς πιο επικίνδυνο απ’ αυτό: είναι ανόητοι. Ο συγγραφέας δεν χρειάζεται να περιγράψει πολύπλοκες καταστάσεις για να γίνει πιστευτός: αφηγείται απλά το γεγονός ότι αυτός ο Αμερικάνος πήγε μέχρι την Ινδία για να παντρευτεί μια φίλη εξ’ αλληλογραφίας, αφού, κιόλας πλήρωσε για την προετοιμασία του γάμου. Είναι περιττό να περιγράψω τι βρήκε στην Ινδία όταν προσγειώθηκε.
Το κλειδί στο βιβλίο είναι το εξής: να γνωρίζει ο αναγνώστης το background του συγγραφέα. Είναι αρκετό για να αντιληφθεί τα νοήματα και να μην αντιμετωπίσει την ιστορία σαν μια απλή, αστυνομική περιπέτεια, να μην δει το βιβλίο σαν ένα σύγχρονο και αντίστοιχο της Αγκάθα Κρίστι. Είναι εφάμιλλο και, ίσως, και εξαιτίας πάντα της προσωπικότητας και της διπλωματικής ιδιότητας του Vikas Swarup, να το ξεπερνά. Διαβάζεται εύκολα, ευχάριστα και αποτελεί ένα από τα βιβλία που πρέπει να διαβαστούν, ακριβώς γιατί δεν είναι «απλή λογοτεχνία», αν υπάρχει τέτοιος όρος.
Το τέλος, η αποκάλυψη και η τελευταία του πρόταση «And even murder can be addictive » προκάλεσε αντιδράσεις σε λογοτεχνικά φόρουμ και κριτικές. Αυτή η πρόταση λοιπόν, έρχεται σε συνάρτηση με την αποκάλυψη της ταυτότητας του δολοφόνου και με τις έξι λέξεις τις (τυχαίο νούμερο;) επαληθεύει και περιέχει το νόημα 558 σελίδων. Δεν γράφτηκε για να προκαλέσει ή να πολώσει. Μπορεί να φταίει κι το ότι εξαιτίας της απότομης δημοτικότητας του, όλα τα μάτια είναι στραμμένα πάνω του. Ένας πρώην διπλωμάτης λοιπόν θα έγραφε κάτι τόσο brutal με τόση άνεση μόνο και μόνο για να προκαλέσει εντυπώσεις; Τα ερωτήματα είναι πολλά και η ανάγνωση του βιβλίου απαντά σε όλα τους. Αρκεί να κοιτάξει ο αναγνώστης λίγο βαθύτερα.
Ο λόγος του γλαφυρός όπου πρέπει, αυστηρός αλλού και χυδαίος ή λυρικός, μας παρουσιάζει την ιδιότητα του συγγραφέα να είναι χαμαιλέων. Ή διπλωμάτης. Υπάρχει διαφορά;
Δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα στα ελληνικά.
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΘΕΣΣΑΛΙΑ 27/09/09
Για τη φιλοξενία: