Σύνολο επισκεπτών:
34709
(από 6/2/2009)
 
Αναλυτική Αναζήτηση
 
 
   
 
Η ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
(με αλφαβητική σειρά)
Ελεάννα Βλαστού
Λουκάς Θεοχαρόπουλος
Αρχοντή Κόρκα
Λαμπρίνα Μαραγκού
Έφη Μαυροπούλου
Κωνσταντίνος Μπούρας
Χρήστος Ναούμ
Δημήτρης Παλάζης

Πέτρος Τσαλαπατούρος, Έλος, εκδ. Ars Nocturna

Γράφει η Λίλλυ Σπαντιδάκη

 Ο τίτλος δεν είναι και ιδιαίτερα ελκυστικός. Έλος ? παραπέμπει σε κάτι βρώμικο, λασπώδες ακίνητο, πεθαμένο. Είναι η λέξη όμως που περιγράφει καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο το περιεχόμενο του βιβλίου.
Σε μια πόλη, η Μαρία ανησυχεί για τον Άγγελο, τον αδερφό της, που έχει μόλις χάσει την γυναίκα του και την κόρη του. Ο Άγγελος ανησυχεί γιατί κάθε πρωί ξυπνά τρομαγμένος, δεν βρίσκει τις «γυναίκες της ζωής του», όπως τις αποκαλεί ο ίδιος και αναγκάζεται να ξαναψάξει και να τις βρει στο κελάρι.

Στο κελάρι που υπό κανονικές συνθήκες δεν βρίσκεται στο διαμέρισμά του αλλά στο παλιό πατρικό του. Και κάθε πρωί που πηγαίνει βρίσκει την αδερφή του εκεί. Αλλά είναι αδύνατον. Είναι νεκρή. Ένας ψυχολόγος προσπαθεί να ηρεμήσει τους πελάτες του γιατί κάποιοι ζουν την ίδια μέρα από το πρωί μέχρι το βράδυ ξανά και ξανά και κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι βλέπουν νεκρούς. Ένας επιστήμονας, καθηγητής που εξηγεί το φυσικό αυτό φαινόμενο που έχει προκληθεί στην πόλη από μία καταιγίδα έρχεται σε αντίθεση με τον ψυχολόγο που το εξηγεί με περισσότερο θεωρητικά, ίσως και μεταφυσικά όρους. Ένας καθηγητής που έχει την άνεση και ευφράδεια λόγου γιατί βρίσκεται εκτός της πόλης, μακριά από το φαινόμενο αυτό, το «έλος».
Η ιστορία που μας διηγείται ο Πέτρος Τσαλαπατούρος είναι από την πρώτη λέξη μέχρι την τελευταία ανατριχιαστική. Δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσει τρομακτικές περιγραφές και σκηνές βίας για να το καταφέρει. Κάνει κάτι άλλο, πολύ χειρότερο. Παίζει με μια φράση που έχει παγιωθεί ως από τις κοινότερες. Παίζει με την επιθυμία των ανθρώπων να σταματήσουν τον χρόνο ή να τον γυρίσουν πίσω. Και το φαινόμενο που δημιουργεί είναι το ‘Έλος. Βρώμικο, ανατριχιαστικό, σκοτεινό, βαρύ, καταθλιπτικό, αδιέξοδο, ασφυκτικό. Μια ιστορία που εκτυλίσσεται σε ελάχιστες σελίδες αλλά κάνει περισσότερο απ’ αυτό που θα μπορούσε να κάνει ένα ψυχογράφημα: προβληματίζει με τον πιο αποτρόπαιο τρόπο, με την εκπλήρωση της ευχής πολλών ανθρώπων να κρατήσουν την στιγμή της ευτυχίας τους. Οι συνέπειες δεν είναι προς συζήτηση. Είναι καλύτερο μετά την ανάγνωση απλά να γίνει μια μικρή προσωπική απογραφή.
Είναι ένα βιβλίο που θέλει γερό στομάχι. Παρόλο που είναι εύκολο στη γραφή του- ο Τσαλαπατούρος χρησιμοποιεί μικρές προτάσεις, κοφτές, αναδεικνύοντας έτσι την ατμόσφαιρα που θέλει ν’ αποδώσει- οι ρυθμοί του βιβλίου είναι τέτοιοι που δεν επιτρέπουν διακοπή. Ακριβώς γιατί το συναίσθημα που καταβάλλει τον αναγνώστη είναι εφιαλτικό ? άρα πρέπει να διαβαστεί, να τελειώσει. Να μάθει ο αναγνώστης την αλήθεια. Η διήγηση γίνεται μέσα από πολλά πρόσωπα. Δύσκολο εγχείρημα προκειμένου να διατηρηθεί η αρτιότητα της ιστορίας και να μην μπερδευτεί ο αναγνώστης. Ο συγγραφέας όμως βγαίνει κερδισμένος από την διαδικασία.
Είναι κοινό η λογοτεχνία τρόμου να είναι παρεξηγημένη σήμερα. «Λογοτεχνία τρόμου» χαρακτηρίζεται οτιδήποτε προσπαθεί να προκαλέσει στον αναγνώστη μια εφήμερη ανατριχίλα, ένα σφίξιμο χωρίς νόημα και ουσία. Ίσως να είναι κι έτσι, σαν τα θρίλερ, που στην ουσία δεν προσφέρουν κάτι ουσιώδες στους θεατές. Ή μήπως κάνω λάθος;
Όποιες κι αν είναι οι απόψεις, ένα δεν παύει να είναι αλήθεια: ότι το διήγημα είναι νοσηρό. Το «Έλος» βουλιάζει τον αναγνώστη μέσα του και δεν τον αφήνει ν’ αναπνεύσει μέχρι την τελευταία σελίδα. Αυτό είναι και το τρικ που μας προσφέρει διακριτικά ο συγγραφέας: η τελευταία σελίδα. Η αποκορύφωση της ιστορίας. Λογοτεχνία τρόμου λοιπόν. Μήπως όμως τελικά, η λογοτεχνία τρόμου τολμά να μας αποδώσει με λέξεις ό,τι χαρακτηρίζεται ως «εφιάλτης»; Ό,τι ο καθένας αποφεύγει να κοιτάξει στα μάτια; Μήπως οι συγγραφείς και οι σκηνοθέτες «τρόμου» απλά τολμούν να αποδώσουν με λέξεις και εικόνες αυτό που στοιχειώνει όχι μόνο αυτούς, αλλά και αρκετό κόσμο σήμερα; Κάποια πράγματα μπορεί να κινούνται στην σφαίρα του φανταστικού αλλά αυτή είναι η μία άποψη.
Αυτή που μας δίνει ο Πέτρος Τσαλαπατούρος με το «έλος» του είναι η άλλη, η απαισιόδοξη. Γιατί πάντα υπάρχουν δύο όψεις και κάποια στιγμή ο σουρεαλισμός παύει να έχει την πρώτη συλλαβή της λέξης του. Γίνεται πραγματικότητα. Κι ας γίνεται μόνο μέσα στο μυαλό μας.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΘΕΣΣΑΛΙΑ, 11/10/09

Για τη φιλοξενία:


Έφη Μαυροπούλου
effiemavropoulou@hotmail.com