Σύνολο επισκεπτών:
34277
(από 6/2/2009)
 
Αναλυτική Αναζήτηση
 
 
   
 
Η ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
(με αλφαβητική σειρά)
Ελεάννα Βλαστού
Λουκάς Θεοχαρόπουλος
Αρχοντή Κόρκα
Λαμπρίνα Μαραγκού
Έφη Μαυροπούλου
Κωνσταντίνος Μπούρας
Χρήστος Ναούμ
Δημήτρης Παλάζης

Μαμά, κι εγώ δεν σ' αγαπώ, της Μαργαρίτας Φρανέλη

Γράφει η Ελένη Στεφανοπούλου



Όταν χάραζε ο ήλιος
και διέλυε τη σκοτεινιά των χειμώνων
που σέρνονταν πίσω σου
πίστευα πως ποτέ δε θα ξανάρθει.

Μα σαν τέλειωνε τον κύκλο του
και γινόταν από ολοκόκκινος χλωμός
τότε, αλίμονο!
διψούσες πάλι το χειμώνα.

(Αφιερωμένο εξαιρετικά από τη γράφουσα
σε μια μαμά)

Μη μαδάς τις μαργαρίτες… Οι μαργαρίτες δε λένε ποτέ την αλήθεια.
Το τελικό πλάνο πάντα γκρο, πάντα το ίδιο: το συνονόματό σου λουλούδι κατακίτρινο και καταμαδημένο…
Μη γελιέσαι… Οι μαργαρίτες δε λένε ποτέ την αλήθεια.

Πες ένα «Μαμά, κι εγώ δεν σ’ αγαπώ» και τότε οι κατακίτρινες, οι καταμαδημένες μαργαρίτες σου μπορεί ν’ ανθίσουν ξανά. Κι όταν η κόρη σου σού πει «Δεν πάω, μαμά! Θες να με ξεφορτωθείς! Θες να με στείλεις κατασκήνωση για να με ξεφορτωθείς. Δεν μ’ αγαπάς, μαμά, δεν μ’ αγαπάς. Το λέει και η μαργαρίτα μου. Πάρε να μαδήσεις τη δική σου. Να δεις τι θα σου πει. Θα σου πει, μαμά, ότι κι εγώ δεν σ’ αγαπώ», τότε, ακόμα κι αν διαπιστώσεις ότι δεν είσαι φτιαγμένη από της μάνας τα υλικά, αλλά από της δικής σου μάνας τα υλικά, μπορεί ν’ ανοίξεις έστω και να την αγκαλιάσεις όσο μπορείς.  
Μάνα είναι μόνο καμία, λέει η συγγραφέας σ’ αυτή την εξομολογητική της κατάθεση για την τραυματική σχέση με τη μητέρα της.
Πώς μπορεί μια μάνα από μία να γίνεται καμία; Πόσο καταστροφική μπορεί να είναι για τον ψυχισμό ενός παιδιού κι αργότερα ενήλικα;
Το βιβλίο αυτό δεν καταπιάνεται με ψυχολογικές ή άλλου είδους αναλύσεις. Δεν είναι παρά μια βιωματική κατάθεση, ένας μονόλογος που εκφωνείται μ’ ένα λόγο λιτό, ψύχραιμο, ακριβή, καίριο και απόλυτα ταιριαστό με το υλικό της «καμίας» μητέρας. Ένα υλικό που σφύζει από «Όχι» αναιτιολόγητα, οριστικά και τελεσίδικα. Ακατέβατα. Γιατί; Γιατί έτσι. Από προσταγές, υποδείξεις, μομφές, επιπλήξεις, πού και πού κανένα μπράβο. Αγέλαστο. Με το σταγονόμετρο. Χωρίς αγκαλιά, χωρίς χαμόγελο. «Γιατί η μαμά ήταν δασκάλα και είναι ακόμα. Από εκείνες που δε γίνονται, γεννιούνται. Όχι για να γεννήσουν ανθρώπους, αλλά για να τους κάνουν ανθρώπους. Κατ’ εικόνα και ομοίωση. Αλλιώς είναι άχρηστοι. Κακοί μαθητές.» Η κυρία Κάκια είναι δασκάλα. Δασκάλα σε όλα. Εκτός από τον έρωτα που ζηλεύει και μισεί. Εκτός από την αγάπη. Η κυρία Κάκια λέει: «Πάλι κακά έκανες;» κι ύστερα σε προστάζει να σκουπιστείς μόνη σου και να σηκωθείς απ’ το γιογιό σου, κι ας μη σου ’δειξε κανείς, κι ας κλαις – ακόμα δε σταμάτησε το κλάμα σου. Δε φοβάται μην πνιγείς απ’ τα κακά σου όνειρα, αρκεί να μη λερώσεις το σεντόνι με τον εμετό, δε θυμάται τα τρομερά σου όνειρα, ακόμα κι αν πρόκειται για ένα αγοράκι φυτεμένο σε ένα λάκκο, όπως τα φυτά στις γλάστρες. Κλαίει το Φάνη, όχι επειδή έφυγε από τη ζωή, αλλά επειδή έφυγε από τη δική της. Η κυρία Κάκια δεν κρατάει απλώς ένα χάρακα στο χέρι. Είναι ο χάρακας. «Διάβαζε. Τρώγε. Ντύσου. Πλύσου. Κοιμήσου. Ξύπνα. Μη γελάς. Μη χασομεράς. Τι θα πει ο κόσμος; Τι θα γίνουμε, Θε μου!», απειλεί «Θα τη σφάξω στο κατώφλι. Άμα χάσει την παρθενιά της», διευθύνει το χορό της τραγωδίας όταν το λυμένο ζωνάρι του πατέρα πέφτει με οργή πάνω στο Φάνη «Πού γύρναγες, ρεεεεεεεεεεεεε; Πού;». Γιατί για την κυρία Κάκια η ζωή είναι μια σειρά από λάθη που περιμένουν να διορθωθούν… Τα πράγματα είναι σοβαρά.  Η συνταγή πρέπει να εκτελεστεί κατά γράμμα. Προσοχή μην κόψει η μαρέγκα… Αν κόψει, ο κόσμος γκρεμίζεται. Αν τα πράγματα δεν είναι στη θέση τους, ο κόσμος χαλάει. Τραμπα-τραμπαλίζεται. Πέφτει και τσακίζεται. Τι θα γίνουμε, Θε μου! Tι θα πει ο κόσμος;» Η κυρία Κάκια δε θέλει να παραδεχτεί την αρρώστια χωρίς όνομα που έπαθε ο Φάνης. Τα δυσάρεστα δε συζητούνται, απαγορεύονται. Μόνο τα καθημερινά, τα τετριμμένα. Όχι, το γέλιο δε συμπεριλαμβάνεται στα υλικά της συνταγής. Ούτε τα ευχάριστα. Το γέλιο είναι περιττό. Τα ευχάριστα νέα δεν είναι ανακοινώσιμα ποτέ. Ανέκδοτα; «Όχι. Δεν είναι ώρα για αστεία. Μετράω τη ζάχαρη. Πόσα ποτήρια έβαλα; Τρία ή τέσσερα; Πού είναι ο τσελεμεντές. Κοίτα τι έκανες. Βρήκες την ώρα για ανέκδοτα». Δεν υπάρχει καιρός για άχρηστα πράγματα. Μόνο για πιο. Αυτό είναι το βασικό υλικό της συνταγής. Εσύ πρέπει να είσαι πάντα η πιο. «Αλλιώς χάθηκες. Πρέπει στη ζωή να κερδίζεις. Χωρίς συναίσθημα. Τα συναισθήματα είναι για τις γυναικούλες……  Τέρμα ο Λαμπίρης. Τέρμα η Μικρή πικρή μου αγάπη. Να κάνεις ωραία γράμματα. Ωραία και ορθογραφημένα…………. Κοίτα εγώ. Την ορθογραφία και την επιμέλειά μου πρόσεξε ο πατέρας σου –ηράσθη στα χαρτιά ο πατέρας σου». Εσύ και ο Φάνης πρέπει να είσαστε οι πιο, οι πρώτοι. «Αχ! Άντε να περάσει κι ο Φάνης! Να γίνει κι αυτός σαν τον μηχανολόγο. Αυτόν που στα τριάντα του, εργένης, έχει τα λεφτά να αγοράζει τεσσάρια. Εμείς στο τριάρι. Ολόκληρος λόχος! Τι θα πει ο κόσμος;…….. Θα τα χωρέσουμε όλα σε εβδομήντα πέντε τετραγωνικά. Τάξη να υπάρχει. Τάξη και πειθαρχία. Να μη χάνεται ούτε εκατοστό. Να μη χάνεται ούτε δευτερόλεπτο»
Και πνίγεσαι στους εφιάλτες. Στον τρόμο που δεν έχει φωνή. Κάτι σπάει μέσα σου. Ο βοριάς που τα αρνάκια παγώνει. Παγώνει και εσένα. Ένα άσχημο, φοβισμένο μικρό αρνί, με κατσαρό μαλλί. Αυτό είσαι. «Χριστός και Παναγία, Κάκια! Χριστός και Παναγία! Δεν είναι τόσο άσχημη η κόρη σου». 
Αλλά εσύ βουτάς στα βιβλία και στις λέξεις. Στον αόρατο κόσμο τους. Είναι η κρυφή, μυστική πόρτα που οδηγεί από τον εφιάλτη στο όνειρο. Από το πράμα στο θάμα. Εκεί θα μείνεις. Στις άυλες γραμμές, στις αόρατες ζωές. «Αχ, να υπήρχε Άζαξ για τα έξυπνα παιδιά! Ψεκάστε, σκουπίστε, τα χάσατε! Κάνει τα τζιμάνια αόρατα».
Αλλά εσύ κλείνεις τα μάτια και ονειρεύεσαι. Θέλεις να πετάξεις μακριά από το σπίτι σου, τη μαύρη τρύπα σου. Ονειρεύεσαι ένα ρολόι με κόκκινο λουράκι και ολόχρυσο στεφάνι για να μπορείς να κόβεις και να ράβεις το χρόνο σου. Για να μπορείς να αλλάζεις τη ζωή σου. Ξέρεις ότι κάπου εκεί, έξω από το τριαράκι σας, υπάρχουν άλλες συνταγές και υλικά. Άλλες γεύσεις και «εκτελέσεις». Εκεί έξω απλώνεται ο κόσμος. Κι έχεις τα μάτια σου ανοιχτά. Ανοίγεις το βήμα σου σιγά σιγά και τον ανακαλύπτεις… Η οθόνη του «Ρόδον», από την ταράτσα της πολυκατοικίας σας, που μαγνητίζει το βλέμμα και δεν το αφήνει να περιπλανηθεί στο στενό δρομάκι που ονομάζεται οδός Πολυτεχνείου. Το καταπληκτικό κορίτσι με το ρολόι και το μπαμπά το ναυτικό που νιώθεις να σε προστατεύει με το μπόι της από την απειλητική σκιά της μάνας σου, ο απόηχος της Χούντας «Τι θα πει Χούντα; Σιγή. Κανείς δεν απαντά….. Και ξαναβγαίνω στο μπαλκονάκι». Η εξέγερση του Νοέμβρη «Δεν έχω μάτια παρά γι’ αυτό το στενό. Μα ποιοί είναι αυτοί που φωνάζουν; Και γιατί “Κάτω ο Παπαδόπουλος;”». Μέχρι που καταφτάνει η διαταγή: «Κλείσε τη μπαλκονόπορτα. Δεν είναι για παιδιά αυτά». Εσύ όμως αμφισβητείς το δόγμα της μαμάς: Εμείς κοιτάμε τη δουλειά μας. Το σπίτι μας. Άσε τον κόσμο να καεί. Εσύ θέλεις να δεις και να γνωρίσεις. Και ευτυχώς τα μαθήματα των Γαλλικών είναι τρία ολάνοιχτα παράθυρα στην εβδομάδα. Τα βήματά σου σε πάνε σε αριστερές οργανώσεις και λέσχες λογοτεχνικές. «Όμορφος κόσμος, λογοτεχνικός, αριστερά πλασμένος». Αλλά εσύ δε θέλεις να γίνεις αριστερή για να αγοράζεις Θούριους και σκουλαρίκια. Αργότερα αυτά… Εσύ τώρα ζητάς μια επανάσταση που να σε συμπεριλάβει. Να φτάσει μέχρι την Αριστοτέλους, στο σπίτι σου, να σκαρφαλώσει στον 6ο και ν’ απαγορεύσει τις απαγορεύσεις. Τα «μη» και τα «όχι». Το ξύλο και τον τρόμο. Αλλά, αντίθετα από τα πιστεύω της μαμάς σου, εσύ πιστεύεις ότι ό,τι είναι μακριά από το σπίτι είναι καλό. Όσο πιο μακριά τόσο πιο καλό. Ακόμα κι όταν στα πάρτι του γυμνασίου –που για τη μαμά σου τα αποκαλείς γιορτές- πας για να δεις πώς διασκεδάζουν οι άλλοι, ακόμα κι αν το εκτυφλωτικά άσχημο αγόρι, με τα μπιμπίκια, τα στραβά δόντια και το άχαρο σώμα σε σπρώχνει μακριά του ή το άλλο, το όμορφο αγόρι, σου γυρίζει την πλάτη και βγαίνει φουρκισμένο στη βεράντα.  Η κυρία Κάκια το έκανε το έργο της. Νιώθεις ανεπιθύμητη, κυρίως από τον εαυτό σου. Αυτή ήταν η ετυμηγορία της. Αλλά τώρα το ξέρεις. Και πρέπει αυτό να το αλλάξεις. Ένα Πάσχα ο  Γρηγόρης, που θέλει να γίνει συγγραφέας και έχει την τύχη να μην ξέρει τη μάνα του –«μια μάνα από το πουθενά, έτοιμη για σελιδοποίηση»- θα σε παρακαλέσει να περάσεις στην Αθήνα για να είσαστε μαζί. Μάλλον του αρέσεις. Έστω κι αν αργότερα σου ζητήσει να χωρίσετε, γιατί είσαι πληκτική και καθόλου μυθιστορηματικός τύπος. Η κυρία Κάκια δε θα μάθει πόσο βαρετή, πόσο ορθογραφημένη σε έσπρωξε να γίνεις, εκτός από ανεπιθύμητη. Πόσο χωρίς λάθη, χωρίς παρεκκλίσεις. Αλλά τώρα είσαι υποψιασμένη. Η θέση σου είναι και δικό σου δημιούργημα. Εκείνη τα τείχη, εσύ τα ηλεκτροφόρα σύρματα. Η φαντασία σου τα φταίει…  Μην πηγαίνεις στις διαδηλώσεις. Τζιζ. Μην ξενυχτάς. Τζιζ. Μην…, μην… μην… Τζιζ. Μην ερωτεύεσαι. Τζαζ.
Μέχρι τα ήσυχα βράδια. Που η Αθήνα θα ανάβει. Σαν μεγάλο καράβι. Που θα ’σαι μέσα κι εσύ. Δηλαδή κι αυτός. Ο Χουλιάν. «Δεν είναι για σένα αυτός. Εσύ είσαι όμορφη». Βαριά κουβέντα αυτή κι επιπλέον έρχεται με μεγάλη καθυστέρηση. Αλλά το ωραιόμετρο και όλα τα …όμετρα της κυρίας Κάκιας δε σε αφορούν πια. Δε σε αγγίζουν. Εσύ θέλεις αυτόν τον Ισπανό. Που είναι τζαζ. Και ταξιδεύεις μαζί του. Και μετά θέλεις το μίστερ Γκούντμπαρ που η ζήλια τον κάνει ταύρο στο κρεβάτι και μπορεί να καταλάβει τη ζήλια της μαμάς… Γιατί η μαμά δεν κατάλαβε τίποτα με τον έρωτα. Ποτέ. «Τι δεν κατάλαβες, μαμά, τι;» «Κοιμήσου. Μη ρωτάς. Ξύπνια ήσουν; Κοιμήσου. Ντροπή! Τι θα πει ο κόσμος;»   

Η κυρία Κάκια. Η βλοσυρή, η αγέλαστη. Που όλα τα σφάζει, όλα τα πληγώνει. Δεν είναι η αγέλαστος πέτρα που πάνω της ακούμπησε η Περσεφόνη για να θρηνήσει το χαμό της κόρης της. Είναι η αγέλαστος πέτρα των χειμώνων που σέρνονταν πίσω της. Τι είναι προτιμότερο; Να χαράζει πού και πού ο ήλιος, να σπάει πρόσκαιρα την παγωνιά και να διαψεύδει την ελπίδα; Ή να μη διαπερνά ποτέ το φράγμα των χειμώνων, να λάμπει πάντα μόνο έξω ο ήλιος; Ή ποια άλλη εκδοχή «καμίας» μάνας;

Η συγγραφέας δεν υποδεικνύει λύσεις, διεξόδους, θεραπείες… Το βίωμα σε οδηγεί. Η αλήθεια του. Που δεν είναι άλλη από μια αργή, μακρόχρονη και απελευθερωτική πορεία αποταύτισης από το πρόσωπο εκείνο υπό το βλέμμα του οποίου σχημάτισες την πρωταρχική σου αντίληψη για τον κόσμο. Κι ο χορός καλά κρατεί… Γιατί κάπου εκεί μέσα βλέπεις ίσως να «ξεχειμωνιάζουν» κι οι δικές σου παγωνιές κι οι δικοί σου ανήλιαγοι δρόμοι. Και συνειδητοποιείς ότι ο πόνος είναι κοινός, πως τον μερίζεσαι με όλους τους ανθρώπους και πως εσύ κρατάς, στα δικά σου χέρια βρίσκεται το αντίδοτο της όποιας εκδοχής «καμίας» μάνας. Αρκεί να αντιληφθείς και το δικό σου μερίδιο ευθύνης, αρκεί να δεις τα «ηλεκτροφόρα σύρματα» που έβαλες και να φτάσεις στην επίγνωση ότι ίσως είσαι φτιαγμένη από της μάνας σου τα υλικά. Τότε μπορείς να δεις την ατέρμονη διαδοχή των χειμώνων που έρχονται πίσω της και να αρνηθείς τουλάχιστον να παραλάβεις τη σκυτάλη τους. Κι αν καταφέρεις να βγεις στον κόσμο με το δικό σου λόγο, τη δική σου συνταγή, μπορεί, όχι μόνο να επιτρέψεις στην κόρη σου να σού πει: «Μαμά, κι εγώ δεν σ’ αγαπώ», αλλά, ακόμα κι αν έχεις πει η «κυρία Κάκια» ή η «μητέρα του Φάνη» αντί η μητέρα μου, μπορεί, κρυφοκοιτάζοντας από την κουζίνα στο σαλόνι, εκεί που, μεγάλη πια, κάθεται η μητέρα σου, ένα σμπαραλιασμένο σώμα, μια βασανισμένη ψυχή, να τη συμπονέσεις, να τη συμμεριστείς και τελικά να πεις: «Το αίμα νερό δε γίνεται».

 

Μαργαρίτα Φρανέλη

Μαμά, κι εγώ δεν σ' αγαπώ

Εκδόσεις Πατάκη


Critique Critique