Σύνολο επισκεπτών:
277915
 
Αναλυτική Αναζήτηση
 
 
   
 
Το κίτρινο σκυλί του Μισέλ Φάις

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ

του ΒΑΓΓΕΛΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Οι πράξεις βίας οι οποίες εκτυλίχθηκαν κατά την πρεμιέρα της θεατρικής παράστασης του έργου του Μισέλ Φάις «Το κίτρινο σκυλί» έχουν ήδη σχολιαστεί δια μακρών στον Τύπο και δεν χρειάζεται, νομίζω, να πω τίποτε παραπάνω από τη μεριά μου.

Η απαγόρευση της έκφρασης (και δεν εννοώ μόνο της καλλιτεχνικής έκφρασης) είναι αδιανόητη υπό τους οιουσδήποτε όρους και ουδείς νομιμοποιείται, ό,τι κι αν σκέφτεται, για όποιο ζήτημα κι αν θέλει να κινητοποιηθεί, να την επιβάλει.
Στη γενικευμένη, πάντως, συζήτηση των ημερών φάνηκε να σκάζουν μύτη και κάποιες ενστάσεις (λιγότερο ή περισσότερο ρητές) επί της διαδικασίας. Μπορεί, άραγε, ο καλλιτέχνης να πλησιάζει σε απόσταση αναπνοής την πολιτική και την κοινωνική επικαιρότητα και να αντλεί εξ ολοκλήρου από τα υλικά της την έμπνευσή του; Κι αν ναι, μήπως αυτό δεν παύει να τον καθιστά στα μάτια μας ύποπτο; Είτε γιατί σπεύδει, ως μη όφειλε, να εκμεταλλευτεί προς ίδιον όφελος την επικαιρότητα είτε επειδή προσδίδει, ως επίσης μη όφειλε, στη δουλειά του έναν χαρακτήρα καταγγελίας, που τη μετατρέπει αίφνης σε μανιφέστο και προκαταλαμβάνει τη συμμετοχή του δέκτη στα δρώμενα; Τέτοιου τύπου ερωτήματα μπορούν, πιστεύω, να απαντηθούν μόνον εκ του αποτελέσματος – αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να πελαγοδρομήσουμε επ’ άπειρον, τρέχοντας πίσω από αφηρημένες έννοιες και κυνηγώντας, μας αρέσει δεν μας αρέσει, φαντάσματα.
Διαβάζω το «Κίτρινο σκυλί» του Φάις, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη, κι έχω την εντύπωση πως όσοι το ξεφυλλίσουν, θα διαπιστώσουν αμέσως πως ο συγγραφέας δεν κάνει στο κείμενό του κάτι πολύ διαφορετικό από,τι κάνει εν γένει στο έργο του (εννοώ το λογοτεχνικό του έργο γιατί για τις θεατρικές του πραγματώσεις, που τις έχουμε δει επί σκηνής τα τελευταία δέκα χρόνια, δεν νιώθω αρμόδιος να μιλήσω). Το «Κίτρινο σκυλί» είναι ένας μονόλογος: ένας καυτός, άγρυπνος και επίμονος μονόλογος, που επαναλαμβάνει στανικώς τα μοτίβα του (από τις προσφιλέστερες τεχνικές του Φάις), για να βάλει για τα καλά τον αναγνώστη στο παιχνίδι και να προκαλέσει την αναστάτωση ή και την οργή του για τα διαμειβόμενα.
Σε ποιον ανήκει, όμως, αυτός ο μονόλογος; Ποιος τον εκφέρει, από ποια θέση και με ποιον σκοπό; Το υποκείμενο του μονολόγου δεν είναι άλλο από τη Ρούσκα Ρούσεβα, μια μετανάστρια με καταγωγή από την Ανατολική Ρωμυλία, που είναι καταδικασμένη να καθαρίζει (να πλένει, να σφουγγαρίζει και να στραγγίζει) εις το διηνεκές, σε μια πόλη άξενη και εχθρική, περιτριγυρισμένη από το κενό, δίχως καμιά βοήθεια και δίχως την ελάχιστη προοπτική. Ποιο από τα λογοτεχνικά πρόσωπα του Φάις (από τον Βιζυηνό και τον Τζούλιο Καϊμη μέχρι τους ποικιλώνυμους και μονίμως σκοτεινούς αρσενικούς των διηγημάτων και των μυθιστορημάτων του) δεν μοιάζει με τη Ρούσκα Ρούσεβα; Η λογοτεχνία του Φάις τονίζει μονίμως τη μοίρα των περιθωριακών και των εκπατρισμένων, θρηνεί με ανήμπορο θυμό για τις ποικιλότροπες αναπηρίες των πρωταγωνιστών της, βγαίνει κυριολεκτικώς από τα ρούχα της για τα πολλαπλά ατυχήματα υπάρξεων που έχουν συρθεί με
τον έναν ή τον άλλον τρόπο στα κράσπεδα της καθημερινής ζωής.
Από μια τέτοια άποψη, είμαι πεπεισμένος πως πολύ λίγη σημασία έχει αν η Ρούσκα Ρούσεβα είναι η Κωνσταντίνα Κούνεβα ή αν η Κωνσταντίνα Κούνεβα έχει κατ’ επανάληψη προαναγγελθεί από τους από τους λογοτεχνικούς ήρωες του Φάις, όπως τους έχουμε παρακολουθήσει να μπαινοβγαίνουν στα βιβλία του εδώ και μια δεκαπενταετία «Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου», 1994, «Απ’ το ίδιο ποτήρι και άλλες ιστορίες», 1999, «Aegypious Monachus», 2001, «Το μέλι και η στάχτη του θεού», 2002, και «Ελληνική αϋπνία», 2004). Προσπαθώ να αποφύγω τη μεγαλόσχημη διατύπωση, αλλά είναι αδύνατον εν κατακλείδι να μην το πω: η λογοτεχνία του Φάις έτεινε πάντοτε μια χείρα αλληλεγγύης προς τον άλλον (χωρίς, βεβαίως, να φροντίζει ούτε να τον ωραιοποιεί ούτε να τον εξιδανικεύει), και δεν έχασε εξ αυτού ούτε την ποιότητα ούτε την αξιοπιστία της, καταλήγοντας, επί παραδείγματι, πολιτικό εργαλείο ή, χειρότερα, δοχείο υποδοχής αναξιοπαθούντων. Το ίδιο συμβαίνει και στο «Κίτρινο σκυλί», που σκηνοθετεί την κοινωνική κακοδαιμονία ως ένα είδος υπαρξιακής δίνης – ως ένα είδος καθημερινού αφανισμού και συνεχούς καταστροφής, με άδηλη κάθε διέξοδο ή ελπίδα. Και σε ένα ανάλογο πλαίσιο δύσκολα χωρούν, όπως κι αν το ζυγίσουμε, οι οποιεσδήποτε εξωλογοτεχνικές επενδύσεις.


Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
vhatziv@gmail.com